8 Μάρτη Παγκόσμια ημέρα γυναικών

2016-03-09 06:22

 

Η 8η Μάρτη θεωρείται ότι καθιερώθηκε ως παγκόσμια μέρα των γυναικών, ως αναφορά στην 8η Μάρτη του 1857, όταν οι γυναίκες εργαζόμενες στα εργοστάσια υφαντουργίας και ιματισμού στη Νέα Υόρκη, διεξήγαγαν την πρώτη καταγεγραμμένη στην ιστορία απεργία γυναικών εργαζομένων. Τα κεντρικά αιτήματα τους αφορούσαν τη μείωση των ορών εργασίας, ίσα μεροκάματα με τους άντρες και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, ενώ η διαδήλωση καταστάλθηκε βίαια από την αστυνομία. Στην πραγματικότητα ωστόσο, πέρα από τη συγκεκριμένη σημαντική στιγμή, σε όλη την περίοδο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα και ως τις αρχές του 20ου, οι γυναικείες κινητοποιήσεις είναι πολλές, πολύμορφες και μαχητικές, και καταστέλλονται συνήθως με βία σ.1Η Έλσα Παπαγεωργίου κάνει μια σχετική ανασκόπηση στο κείμενο της στο Red Notebook “Η 8η Μάρτη και η επικαιρότητα ενός γυναικείου κινήματος”, στο https://rednotebook.gr/2015/03/i-8-marti-ke-i-epikerotita-enos-ginekiou-kinimatos-tis-elsas-papageorgiou/ .

 

Η επίσημη καθιέρωση της 8ης Μάρτη ως παγκόσμια μέρα της γυναίκας προτάθηκε και έγινε δεκτή από τη Γερμανίδα κομμουνίστρια Κλάρα Τσέτκιν το 1910, στη Β' Διεθνή Συνδιάσκεψη των σοσιαλιστριών γυναικών στην Κοπεγχάγη. Η ημέρα τιμάται για πρώτη φορά στη Ρωσία το 1917: το ξέσπασμα της επανάστασης του Φλεβάρη σηματοδοτείται από την απεργία των γυναικών της Πετρούπολης στις βιοτεχνίες της κλωστοϋφαντουργίας, διεκδικώντας “ψωμί και ειρήνη”. 

 

Η ΕΣΣΔ την καθιερώνει ως μέρα μνήμης και αγώνα αμέσως μετά την επανάσταση του 1917, μετά από εισήγηση του Λένιν και της Αλεξάνδρας Κολοντάι. Στο “δυτικό κόσμο” αναγνωρίστηκε από τα Ηνωμένη Έθνη μόλις το 1977, υπό την πίεση του κύματος φεμινιστικών αγώνων της περιόδου. Στην Ελλάδα περίοδος-σταθμός υπήρξε ο μεσοπόλεμος, που σημαδεύτηκε από γυναικείους-εργατικούς αγώνες με σημαντικές νίκες, που αργότερα ανασχέθηκαν από το καθεστώς Μεταξά. Κομβικά βήματα για τη θέση της γυναίκας και τη γυναικεία χειραφέτηση έγιναν κατά τη διάρκεια της Αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου. 

 

Η πρώτη φορά που οι γυναίκες συμμετείχαν σε εθνικές εκλογές ήταν για το Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ (κυβέρνηση του Βουνού), το 1944, όπου εκλέγονται 5 βουλεύτριες. Το δε άρθρο 5 του ιστορικού Ψηφίσματος των Κορυσχάδων κατοχύρωνε, για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ιστορία, "ισότητα πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών", ενώ οι γυναίκες είχαν ενεργό ρόλο στην αντίσταση και τον εμφύλιο. Η ήττα των δυνάμεων του ΕΑΜ και του ΔΣΕ επέφερε μια σημαντική αναστροφή των κατακτήσεων υπέρ των γυναικών, ενώ οι αγωνίστριες που συμμετείχαν δολοφονήθηκαν, φυλακίστηκαν, κακοποιήθηκαν σεξουαλικά, ενώ στιγματίστηκαν με πολλούς τρόπους (δημόσιοι διασυρμοί, κουρέματα μαλλιών, εξευτελισμοί). Οι επιθέσεις αυτές δεν αποτελούσαν απλώς αντίποινα, αλλά στόχευαν συγκεκριμένα στην ανάσχεση των προοδευτικών κατακτήσεων με αποτέλεσμα να γίνουν σημαντικές οπισθοχωρήσεις σε κοινωνικό επίπεδο σε ό,τι αφορά το ρόλο της γυναίκας.

 

Το επόμενο κύμα φεμινισμού αναπτύχθηκε στην Ελλάδα κατά τη μεταπολίτευση, απηχώντας την επίδραση των ριζοσπαστικών κινημάτων του τέλους του 1960 σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στη βάση των δυνατοτήτων εκδημοκρατισμού μετά την πτώση της δικτατορίας. Οι αγώνες αυτοί, με πιο φιλελεύθερη οπτική, οδήγησαν στην κατοχύρωση σημαντικών αστικών δικαιωμάτων (πολιτικός γάμος, δικαίωμα στο διαζύγιο, διατήρησης επωνύμου, έκτρωσης, ισότητα στην εργασία, ποινικοποίηση του βιασμού), ενώ ταυτόχρονα σημαδεύτηκαν από μαζικές κινητοποιήσεις, αλλά και την ανάπτυξη πιο ριζοσπαστικών, αν και μάλλον μειοψηφικών, ρευμάτων στο εσωτερικό τους. Κατά τη δεκαετία του '80 λειτούργησαν πολλές αυτόνομες φεμινιστικές συλλογικότητες, αλλά και γυναικείες ομάδες σε συνδικάτα, κόμματα κλπ., ενώ εκδίδονταν πολλά σχετικά περιοδικά. 

 

Ο Ματωμένος Μάρτιος των γυναικών 

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Δεν είναι η γιορτή της γυναίκας ημέρα για λουδουδάκια, σοκολατάκια και συνάξεις γυναικοπαρεών για καλοπέραση. Είναι μια εργατική πρωτομαγιά που προηγήθηκε της γνωστής, διότι αν και οι γυναίκες ανήκαν στο ανθρώπινο είδος, επί αιώνες εργαζόταν πολλές φορές διπλάσια από ό,τι το "ισχυρό φύλο". Τα δικαιώματά τους ως ανθρώπινο είδος τα κατέκτησαν μετά από πολλά εργατικά "ατυχήματα", πολύ ξύλο και απίστευτη διαπόμπευση τόσο από την κοινωνία των ανδρών όσο και από το οικείο τους περιβάλλον. 

 

Ενώ τα πρώτα συνδικάτα στο Σικάγο εξεγέρθηκαν υπέρ των εργατικών δικαιωμάτων τους το Μάιο 1886, η πρώτη διαμαρτυρία εργατριών για τις άθλιες συνθήκες εργασίας τους στα κλωστοϋφαντουργεία της Αμερικής έγιναν 10 χρόνια νωρίτερα, το Μάρτιο του 1857. 

 

Πριν λοιπόν, αρχίσουν τα "χρόνια πολλά" και οι ηλεκτρονικές καρδούλες να στέλνονται σε γυναίκες που ούτε καν γνωρίζουν τι αντιπροσωπεύει η 8η Μαρτίου, καλό θα είναι να διαβάσουν σελίδες ιστορίας του γυναικείου κινήματος.  Μία από αυτές είναι η ακόλουθη που δεν είναι ροζ αλλά κατακόκκινη όπως και το αίμα που έχυσαν για ένα κομμάτι ψωμί οι προγιαγιάδες όλων των γυναικών του κόσμου για να μην διανοηθεί κανείς ότι τις εγγόνες τους θα τις μεταχειρίζονται μόνο ως άξιες για ένα μπουκέτο λουλούδια σαν να είναι πραγματικά οι ασθενείς του ανθρώπινου είδους.

 

Μόνο όταν το ανθρώπινο μάτι βλέπει την φρίκη τότε αρχίζει η συνείδηση να αναζητά το δίκαιο. Η φρίκη που αντίκρισαν οι Νεοϋορκέζοι πριν ακριβώς 100 χρόνια ήταν η αιτία να αλλάξουν ριζικά στην Αμερική οι συνθήκες εργασίας αλλά και να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα όλων των εργαζομένων. 
 
Η πυρκαγιά στο εργοστάσιο γυναικείων πουκαμίσων της «Triangle Shirtwaist» είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους 131 εργάτριες και 17 εργάτες με τραγικό τρόπο. Οι ιδιοκτήτες του εργοστασίου, Max Blanck και Isaak Harris, είχαν στήσει στο πολυόροφο κτίριο του Asch Building ένα σύγχρονο χώρο εκμετάλλευσης δούλων οι οποίοι ήταν όλοι τους μετανάστες στην χώρα της «επαγγελίας». 
 
Στο εργοστάσιο δούλευαν 500 εργάτες ανάμεσα στους οποίους παιδιά που για ένα πενιχρό μεροκάματο έμπαιναν από την πόρτα το ξημέρωμα και έβγαιναν το βράδυ. Οι εργοστασιάρχες για να μην έχουν την έννοια ότι μπορεί κάποιος από τους εργάτες να κλέψει εμπόρευμα, αμπάρωναν τις πόρτες των ορόφων όταν οι μηχανές δούλευαν. 
 
Το χρονικό
 
Το απόγευμα του Σαββάτου της 25ης Μαρτίου του 1911 ξεσπάει φωτιά στον όγδοο όροφο του εργοστασίου και εργάτες αρχίζουν να φωνάζουν στους συναδέλφους τους να εγκαταλείψουν το κτίριο. Όσοι βρισκόταν όμως στον ένατο και δέκατο όροφο ήταν κλειδωμένοι και ο επιστάτης που είχε τα κλειδιά είχε ήδη εγκαταλείψει το κτίριο. 

 

 

Κάποιες από τις εργάτριες κατάφεραν να προλάβουν να φύγουν από τους φλεγόμενους ορόφους από το ασανσέρ που μετέφερε μόνο εμπορεύματα και κάποιες από την σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα του κτιρίου, αλλά η φωτιά πήρε τέτοιες διαστάσεις που και κι αυτές οι έξοδοι διαφυγής έκλεισαν για όσους απέμειναν πίσω. 

 

 

 

Οι εργοστασιάρχες που εκείνη την μέρα ήταν με τα παιδιά τους στο εργοστάσιο ήταν οι πρώτοι που έφυγαν και στεκόταν έξω από το κτίριο παρακολουθώντας την φρίκη που οι ίδιοι προκάλεσαν. 
 
Μέσα σε λίγα λεπτά οι Νεοϋορκέζοι μαζεύτηκαν για να δουν το πανδαιμόνιο που επικρατούσε αλλά και να αλλάξει την ήσυχη ζωή τους για πάντα. Στα παράθυρα των τελευταίων ορόφων οι εργάτριες στέκονταν όρθιες και κρατώντας η μία το χέρι της άλλης βουτούσαν στο κενό για να μην καούν ζωντανές. 
 
Οι πρώτοι που έπεσαν στο κενό ήταν ένας νεαρός άνδρας και ένα κορίτσι που αφού φιλήθηκαν έκαναν μαζί το τελευταίο μοιραίο βήμα. Η λεωφόρος των καφέ, των καταστημάτων και των εστιατορίων μέσα σε λίγα λεπτά έγινε μία αρένα νεκρών και η φρίκη δεν σταματούσε εκεί. Κάποιες από τις εργάτριες παρά την μοιραία πτώση κείτονταν ζωντανές, ακόμα και για 2 ώρες, αφήνοντας τα ουρλιαχτά τους να σημαδέψουν για πάντα την μέχρι τότε ήσυχη ζωής των πολιτών της Νέας Υόρκης. 
 
Η δικαιοσύνη δεν ήρθε ποτέ
 
Οι μετανάστριες εργάτριες και εργάτες δεν ήταν πια κάτι, αλλά ήταν άνθρωποι που πέθαιναν μπροστά τους για ένα μεροκάματο επιβίωσης. Από τους 148 μετανάστες εργάτες της πυρκαγιάς του «Triangle Shirtwaist Factory», οι έξι αναγνωρίστηκαν τον Φεβρουάριο του 2011. 
 
Για εκατό χρόνια ήταν θαμμένοι το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς ταυτότητα και χωρίς δικαίωμα θρήνου συγγενών. Μόνο ένα θύμα ήταν 48 χρόνων, τα υπόλοιπα ήταν από 14 μέχρι 25 χρόνων. 
 
Η δίκη των ιδιοκτητών ξεκίνησε 9 μήνες αργότερα και με δικηγόρο τον Max Steuer, εύπορο γιο μεταναστών από την Αυστρία, κατάφεραν να αθωωθούν υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζαν για το κλείδωμα των εξόδων φυγής ενώ πήραν από την ασφαλιστική εταιρεία 60,000 δολάρια για ζημίες. 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το 1913 ο Max Blanck, ο ένας εκ των συνεταίρων δολοφόνων, που συνέχιζε να είναι εργοστασιάρχης συνελήφθη για κλείδωμα πάλι των εργατών του νέου εργοστασίου του και το πρόστιμο που κλήθηκε να πληρώσει ήταν 20 δολάρια. 


Μπορεί η δικαιοσύνη να πούλησε και μεταθανάτια τα θύματα αυτού του μεγάλου εργατικού δυστυχήματος αλλά ο λαός έκανε λάβαρο το θάνατό τους και μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις ξεκίνησαν στην Νέα Υόρκη. 


Τον Οκτώβριο του 1911 ιδρύθηκε και η Αμερικανική Ένωση Ασφάλειας Μηχανικών η οποία είχε ως μέλημα την επιθεώρηση στους χώρους εργασίας της ασφάλειας του ανθρώπινου δυναμικού. 


Ανάμεσα στους μάρτυρες θεατές εκείνου του ματωμένου Σαββάτου ήταν και ένα πρόσωπο το οποίο στιγματίστηκε τόσο από την εικόνα απόγνωσης του θανάτου των εργατών που άλλαξε, όταν ήρθε η ώρα, όλη την εργατική νομοθεσία της Αμερικής. Η Φράνσις Πέρκινς, η πρώτη γυναίκα Γραμματέας Εργασίας των ΗΠΑ. Μία γυναίκα που δεν ξέχασε τις γυναίκες που η ανάγκη της εργασίας τις έκανε μάρτυρες δουλείας εις το όνομα του κέρδους.